Skip links

Μάνος Τεχνίτης: Νομικά εργαλεία των θυμάτων έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας

Με απλά λόγια, ως κακοποίηση θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε κάθε πράξη βίας σωματική, ψυχολογική, ή σεξουαλική, καθώς και οποιαδήποτε ενέργεια, ή παράλειψη, η οποία προκαλεί στέρηση της ελευθερίας του ατόμου.

Μια ακόμα μορφή βίας η οποία δεν συζητείται τόσο, αλλά είναι ιδιαίτερα εμφανής, είναι και αυτό που αποκαλούμε ως οικονομική βία.

Η βία στις γυναίκες συναντάται σε πολλούς χώρους όπως στην οικογένεια, στην εργασία, στο δρόμο, τα τελευταία χρόνια έντονα και στον ψηφιακό κόσμο.

Ένα από τα γνωστά προβλήματα των γυναικών θυμάτων βίας και κακοποίησης, είναι ότι δεν γνωρίζουν ποια είναι τα δικαιώματά τους καθώς και τα μέσα προστασίας που τους παρέχει ο νόμος.

Το παραπάνω θέμα αναπτύχθηκε από τον κ. Τεχνίτη στο πλαίσιο της ενημερωτικής εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα στο Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου από τα μέλη του Δικτύου Έμφυλης και Ενδοοικογενειακής Βίας Δήμου Ρόδου, αναφορικά με τη διαχείριση των φαινομένων Ενδοοικογενειακής και Έμφυλης Βίας και με τίτλο: «Αφήνοντας πίσω το σκοτεινό μονοπάτι της κακοποίησης της γυναίκας: Οι επαγγελματίες της πρώτης γραμμής τοποθετούνται και προτείνουν».

Αυτό από μόνο του τούς δημιουργεί ανασφάλεια και κατ’ επέκταση μειωμένες πιθανότητες να καταγγείλουν ένα βίαιο περιστατικό στις Αρχές.

Προκειμένου να αντιληφθούμε καλύτερα τα μέσα αυτά, θα τα χωρίσουμε σε 3 νοητούς πυλώνες:
• Την ποινική προστασία
• Την αστική προστασία και
• Την πειθαρχική/διοικητική προστασία.

Σε περισσότερες περιπτώσεις έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, η ποινική προστασία ασκείται, κατ’ αρχήν, από το ίδιο το κράτος «είτε τη ζητήσουμε είτε όχι». Από τη στιγμή, δηλαδή, που ο κρατικός μηχανισμός λάβει γνώση της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη (π.χ. με μια μήνυση), κινείται η ποινική διαδικασία.

Με απλά λόγια, δεν είναι στην ευχέρεια του θύματος να επιλέξει αν ο δράστης θα τιμωρηθεί ή όχι.

Αποτέλεσμα της ποινικής προστασίας είναι κατά βάση η επιβολή μιας ποινής. Δεν περιλαμβάνει οικονομική αποζημίωση, αλλά την τιμωρία του δράστη για την πράξη του. Λόγω ακριβώς αυτής της ποινής, ο δράστης ενδεχομένως να απέχει από μελλοντικές πράξεις λόγω του φόβου της τιμωρίας αυτής.

Στα θετικά, λοιπόν, της ποινικής προστασίας που παρέχει ο νόμος είναι φόβος του δράστη για την ποινική του καταδίκη αφενός, και αφετέρου ότι ο ποινικός μηχανισμός κινείται σχεδόν αυτόματα.

Στα αρνητικά, ωστόσο, βρίσκεται η λεγόμενη «δευτερογενής θυματοποίηση» του θύματος, λόγω των αλλεπάλληλων καταθέσεων που καλείται να δώσει στις Αρχές και στη συνέχεια στα δικαστήρια σε μια -συνήθως- δημόσια ακροαματική διαδικασία.

Η αστική προστασία από την άλλη πλευρά, σκοπό δεν έχει να επιβληθεί ποινή στο δράστη, αλλά στοχεύει είτε να αποζημιώσει το θύμα για αυτό το οποίο υπέστη, είτε να ρυθμίσει μια πραγματική κατάσταση (π.χ. να μην πλησιάζει το θύμα ο δράστης).

Σε αντίθεση με την ποινική διαδικασία, την αστική διαδικασία την «επιδιώκει» το ίδιο το θύμα και κάθε βήμα στη διαδικασία αυτή γίνεται με επιμέλεια του δικηγόρου του θύματος.

Παρά τη διαφορετική αντίληψη που επικρατεί σε πολλές περιπτώσεις, τα αστικά δικαστήρια μπορούν να δώσουν με γρήγορο τρόπο λύση στη ρύθμιση μιας κατάστασης με διαδικασίες όπως είναι τα «ασφαλιστικά μέτρα» και η «προσωρινή διαταγή».

Ως προς το είδος της αποζημίωσης που το θύμα δικαιούται να ζητήσει, αυτή μπορεί να αφορά στην αποκατάσταση της υλικής ζημίας που του προκλήθηκε από το δράστη (π.χ. το σπάσιμο μιας πόρτας, η καταστροφή του αυτοκινήτου του κ.λπ).

Επίσης, το θύμα μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για ιατρικά ή άλλα έξοδα που έκανε και ήταν αποτέλεσμα της άδικης συμπεριφοράς του δράστη (συμπ. και των εξόδων για την αποκατάσταση της ψυχικής του υγείας), καθώς και να ζητήσει αποζημίωση για τις ημέρες εργασίας που δεν εργάστηκε ως αποτέλεσμα ίδιας παράνομης συμπεριφοράς.

Τέλος, όπως όλοι γνωρίζουμε, το θύμα μπορεί να λάβει επιπλέον αποζημίωση για ηθική βλάβη από την ψυχική ταραχή που του προκλήθηκε.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι όταν ο δράστης δεν είναι σε θέση να αποζημιώσει το θύμα είτε επειδή δεν έχει πόρους, είτε επειδή δεν έχει διακριβωθεί η ταυτότητά του, είτε επειδή δεν μπορεί να του επιβληθεί ποινή, τότε την αποζημίωση υποχρεούται να καταβάλει το κράτος (ν. 3911/2009).

Σύμφωνα με το νόμο αυτό, στα θύματα αποζημιώνονται ιατρικά έξοδα και νοσήλια, η απώλεια του εισοδήματος καθώς και οι δαπάνες για μετεγκατάστασή τους σε άλλο περιβάλλον από αυτό του δράστη.

Ακόμα, αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο το αστικό δικαστήριο μπορεί να ρυθμίσει τη συμπεριφορά του δράστη, αυτό μπορεί να τον διατάξει να μην πλησιάζει το θύμα, να μετοικήσει, να μην επικοινωνεί με το θύμα, να κατεβάσει από το διαδίκτυο δυσφημιστικές ή προσβλητικές αναρτήσεις κ.λπ.

Ο τρίτος πυλώνας περιλαμβάνει τη διοικητική/πειθαρχική προστασία που παρέχεται από το νόμο προς το θύμα.

Εδώ εντάσσονται οι νομοθετικές προβλέψεις για την απαγόρευση της βίας και της παρενόχλησης στην εργασία (ν. 4808/2021), ιδίως με λήψη πειθαρχικών μέτρων εις βάρος του δράστη από την εταιρεία, καθώς και με καταγγελία και επίλυση της διαφοράς μέσω της Επιθεώρησης Εργασίας.

Επίσης, ο νόμος προβλέπει τη δυνατότητα έκδοσης άδειας διαμονής για τα θύματα trafficking, καθώς και την προστασία από απέλαση για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας που διαμένουν παράνομα στη χώρα.

Για όποιο ή όποια εργαλεία επιλέξει το θύμα για να προστατευτεί, μεγάλη σημασία έχει η σωστή προεργασία από πλευράς του.

Σημαντικό για το θύμα είναι να μπορεί να τηρεί ημερολόγιο στο οποίο καταγράφει τόσο τις ύποπτες όσο και τις αμιγώς παράνομες συμπεριφορές που υφίσταται, ιδίως αν ο δράστης είναι κάθε φορά ο ίδιος και ιδίως στις περιπτώσεις τύπου “stalking”.

Σημαντικό είναι επίσης, ιδίως στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, το θύμα να μιλάει σε κάποιον φίλο ή γνωστό του για τα όσα βιώνει προκειμένου να μπορέσει να χρησιμεύσει ως μάρτυρας στις ανάλογες δικαστηριακές διαδικασίες.

Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις εκφοβιστικών συμπεριφορών και συμπεριφορών παρενόχλησης, έχει πολύ μεγάλη σημασία το θύμα να κρατά τα αποδεικτικά στοιχεία όπως φωτογραφίες, βίντεο και γραπτές συνομιλίες.

Τέλος, στις περιπτώσεις στις οποίες το θύμα δέχεται συμπεριφορά η οποία του είναι δυσάρεστη, ανεπιθύμητη ή μη ανεκτή, είναι καλό να το δηλώσει στον δράστη με γραπτό μέσο (μήνυμα στο κινητό ή με εφαρμογή συνομιλίας), προκειμένου να είναι σε θέση να αποδείξει ότι είχε ενημερώσει το δράστη να σταματήσει τη συμπεριφορά του.

Σημ.: Το παραπάνω θέμα αναπτύχθηκε από τον κ. Τεχνίτη στο πλαίσιο της ενημερωτικής εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα στο Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου από τα μέλη του Δικτύου Έμφυλης και Ενδοοικογενειακής Βίας Δήμου Ρόδου, αναφορικά με τη διαχείριση των φαινομένων Ενδοοικογενειακής και Έμφυλης Βίας και με τίτλο: «Αφήνοντας πίσω το σκοτεινό μονοπάτι της κακοποίησης της γυναίκας: Οι επαγγελματίες της πρώτης γραμμής τοποθετούνται και προτείνουν».

Πηγή: https://www.rodiaki.gr/article/487064/manos-texniths-nomika-ergaleia-twn-thymatwn-emfylhs-kai-endooikogeneiakhs-bias

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας στον ιστό.